Μπόρχες: 30 χρόνια απουσίας και παρουσίας



Το λογοτεχνικό φαινόμενο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Jorge Luis Borges) αποτελεί μια σπάνια περίπτωση συνδυασμού πολυγνωσίας και πολυγραφότατης παρουσίας, ευρηματικής και ευφάνταστης συνάμα. Τα τριαντάχρονα από την αποδημία του (1986) δίνουν την αφορμή όχι για τις συνήθεις επετειακές φλυαρίες μα για τη σύναψη μερικών σκέψεων και συναγόμενων απόψεων γύρω από τη συνολική προσφορά του, τόσο στη διηγηματογραφία και την ποίηση όσο κι επίσης στη δοκιμιογραφία.

Ο ίδιος επέλεξε να αυτοπροσδιορίζεται ποιητής, όταν στο τέλος της ζωής του αναφερόταν –με εμφανή μετριοπαθή λόγο– στην προσδοκία ν’ αποθέσει στον Λόγο ένα δείγμα της δικής του συνεισφοράς. Η όποια αποτίμησή του με βαρυσήμαντες διεθνείς βραβεύσεις, ωσάν το Νόμπελ Λογοτεχνίας, δεν τον απασχόλησε επί της ουσίας μα ούτε επίσης τον περιθωριοποίησε, σε σχέση με τη σημαίνουσα θέση του στο πάνθεον των κορυφαίων δημιουργών του εικοστού αιώνα.

Η ζωή και το έργο του Μπόρχες συνδέθηκαν με τις πνευματικές αναζητήσεις και τις ανθρώπινες συνθήκες στον αιώνα αυτόν˙ ο κόσμος του εξυφάνθηκε ανάμεσα στις ιστορικές συγκυρίες τριών παγκοσμίων πολέμων (πρώτου, δευτέρου και «ψυχρού»), στην επενέργεια της παγκόσμιας σκέψης, στη διαλεκτική της τέχνης όπως αυτή αναδιπλώθηκε κι επανέκαμψε στη γενικευμένη αλλαγή των κοινωνιών, των ατομικών αναζητήσεων και των συλλογικών κανονικοτήτων. Ανάμεσα σ’ όλ’ αυτά, ο άνθρωπος και συγγραφέας Μπόρχες δοκίμασε ν’ αποκρυσταλλώσει και να προτείνει ένα δικό του πρίσμα στον κόσμο: ο ίδιος κοσμοπολίτης, παρότι καταγόμενος από τη διαρκώς υπονομευμένη Λατινική Αμερική, πολύγλωσσος, φιλόμαθος και φιλίστωρ, εκτιμητής και χρήστης της σύγχρονης αισθητικής στις Τέχνες (μοντερνισμός και ένα μείγμα συμβολισμού και ρεαλισμού), καινοτόμος στη γραφίδα του. Ο αναγνώστης μπορεί να δοκιμάσει ν’ ακολουθήσει τη ρότα αυτών των συντεταγμένων, αυτού του πνευματικού προτάγματος, μέσα από τις ευάριθμες μικροϊστορίες του, τους στίχους, τα σχόλια, τις περιγραφές του, και να κρίνει τη διαφορετικότητά του.

Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του στη Γενεύη, θεωρείται κοινή παραδοχή η ταυτότητά του: ένας Αργεντίνος με παγκόσμια ταυτότητα, ένας «άνθρωπος των βιβλιοθηκών» (όπου ο ίδιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «βιβλιοθήκη» χάρη στη θεματική εμβάθυνση, την ποικιλότητα και την ποιότητα των δικών του συστηματικών αναγνωσμάτων), ένας μέντορας και επιδραστικός «δάσκαλος» για πάμπολλους άλλους συγγραφείς της μεταπολεμικής περιόδου.

Για τον Μπόρχες, το κλασικό αίτημα της πραγματικότητας για τον πομπό και τον δέκτη της τέχνης, έχει τρεις μορφές, διαφορετικές στην πρόσβασή τους: τη γενικόλογη παράθεση γεγονότων με σημασία, τη φαντασίωση μιας πραγματικότητας που επιφέρει συνέπειες και επιρροές στον άνθρωπο, την περιστασιακή επινόηση μιας πραγματικότητας πιο σύνθετης και, τελικά, αποτελεσματικής. Σ’ ό,τι αφορά τον χρόνο, ως άνυσμα και βίωμα, η άποψή του είναι περιπλεγμένη γύρω από ένα μωσαϊκό θέσεων από στοχαστές (Πλάτωνας, Άγιος Αυγουστίνος, Πλωτίνος κ.ά.) που επικαλείται στα δοκίμιά τους, καταλήγοντας στην άποψη ότι ο χρόνος δεν είναι παρά μια πλάνη. Κάνει αναφορά στο ζήτημα της ηθικής του αναγνώστη, την τέρψη που δύναται ν’ αντλήσει ανεπηρέαστος κι απερίσπαστος από φιλολογισμούς και παρωδικά κωλύματα της αναγνωστικής «μόδας». Προτείνει την ουσία κι όχι την έμφαση, το νόημα κι όχι το περίβλημά του, την ελευθεριότητα στην επιλογή της αναγνωστικής εμπειρίας. Δεν αστοχεί σημειώνοντας: «…η λογοτεχνία είναι μια τέχνη που γνωρίζει να προφητέψει πότε θα σωπάσει, θα κονταροχτυπηθεί λυσσαλέα με τις ίδιες τις αρετές της, θα ερωτευτεί την ίδια της τη διάλυση και θα ερωτοτροπήσει με το τέλος της».

Η μπορχεσική αλήθεια περιέχει ωραίες, βασιλικές τίγρεις για την ισορροπία του πρέποντος και τη δύναμη της επιβίωσης, φωτισμένους λαβυρίνθους για τη διαφυγή της ύπαρξης στον χώρο, καθρέφτες πλήρεις αινιγμάτων για το είναι και το φαίνεσθαι. Είναι μια αλήθεια φιλοσοφικής υπόστασης και ταυτόχρονα μια λογοτεχνική απόδοση των προαιώνιων εσωτερικών ερωτημάτων, των ευδαίμονων εξιστορήσεων ανά τους αιώνες και τους λαούς, των ενδόμυχων και εξωστρεφών πεποιθήσεων για τη ζωή, τον θάνατο, τη δόξα, τη λατρεία, την αποτυχία, την τελείωση. Άλλο τόσο, η αλήθεια του είναι απλή, δοσμένη με τρόπο άμεσο και ευκρινή, σαν μύθευμα – τέτοια είναι η πατρίδα του, η «κατεστραμμένη Αμερική, η ιβηρική», όπως την αποκαλεί ο Κάρλος Φουέντες, εκεί που το ευρωπαϊκό όνειρο μεταλλάχθηκε σ’ εφιάλτη από το τσούρμο των δούλων και των δουλεμπόρων, των κυνηγών πετρελαίου και πολύτιμων λίθων, των κυνηγημένων του πλανήτη, των τυχοδιωκτών, των κατακτημένων αποικιοκρατικών λαών της ηπείρου. Ο Μπόρχες γράφει για τη χάρη και τη λεπτότητα του τάνγκο στο Μπουνένος Άιρες με την ίδια, την ταυτόσημη αίσθηση που περιγράφει ρεαλιστικά τις πουτάνες και τα πρεζόνια στα περίχωρα της πόλης. Στοιχειοθετεί επινοημένους ήρωες σε συνάρτηση με ιστορικά πρόσωπα (σ’ ένα παιχνίδι έντασης μεταξύ ψεύδους και ειλικρίνειας), καταγράφει εγκυκλοπαιδικές παραπομπές σε αφηγήσεις δίχως αρχή-μέση-τέλος, κατανοεί και σχηματοποιεί ανάμεσα σε στίχους το παράδοξο του ισχυρού ενός (ο εαυτός) απέναντι στις αγωνίες του. Όπως τονίζει: «Μονάχα ένα πράγμα δεν υπάρχει: η λησμονιά».

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι κινηματογράφησε ένα μικρό διήγημα του Μπόρχες, Το θέμα του προδότη και του ήρωα,επιβεβαιώνοντας τις επισημάνσεις της διεθνούς κριτικής για το ιδιαίτερο ύφος και την πλοκή στις ιστορίες του: ο συγγραφέας είναι ολιγόλογος και εικονοποιητικός, με εκπληκτική δύναμη μάγευσης-καθήλωσης του αναγνώστη, ξαφνιάζει η θεματική εστίασή του στη λεπτομέρεια (με όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις), ο νοηματικός πλούτος με εύστροφη, λεπτή έκφραση.

Ο Μπόρχες απουσιάζει πια μα συνάμα δηλώνει –διαρκώς– το δικό του παρών στον κόσμο των γραμμάτων. Σ’ αυτό το τωρινό γύρισμα της Ιστορίας, στο μεταίχμιο μιας άλλης επερχόμενης εποχής (αφανούς ακόμη, αλλ’ αφουγκράσιμης), η εργογραφία του εξακολουθεί να ’ναι εφήμερη, να καθρεφτίζει το παρόν, ν’ αποτελεί στήριγμα για τον σκεπτόμενο αναγνώστη που καλείται ν’ αντιμετωπίσει το αύριο. Είναι ένας έμμεσος προπαγανδιστής της γνώσης (η οποία ανακουφίζει, τροφοδοτεί, επαναφέρει την ουσία). Όταν ήρθε στην Ελλάδα, στην ομιλία αναγόρευσής του ως επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης, πρότεινε το αυτονόητο που ο ίδιος έζησε: «Πέρασα τη ζωή μου διαβάζοντας και, αλίμονο, γράφοντας, κι αυτά τα δυο μ’ έκαναν ευτυχισμένο. Ο μύθος του λαβύρινθου με κατείχε πάντοτε. Όμως ο λαβύρινθος δεν μου γεννά μόνο τρόμο αλλά κι ένα είδος ελπίδας. Γιατί αν ο κόσμος είναι ένα χάος, είμαστε χαμένοι. Αν όμως είναι ένας λαβύρινθος, τότε υπάρχει ακόμα ελπίδα˙ υπάρχει ένας σκοπός: ένα κρυμμένο ή μυστικό σχέδιο μέσα σ’ αυτό το φαινομενικό χάος…».


Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό ΛΕΞΗτανίλ, αρ. τ. 2 Κλικ εδώ

 

web site by WeC.O.M.
©