«Λεύγες»: Οι λέξεις και η σιωπή


Του Στέφανου Ροζάνη

Βασίλης Ρούβαλης, Λεύγες, (.poema..) εκδόσεις, 2016

Διαβάζοντας τις Λεύγες του Βασίλη Ρούβαλη μένω με την έντονη αίσθηση της επιστροφής. Μια αίσθηση ότι κάποιος μιλά ποιητικά, επιστρέφοντας στην καταγωγική περιοχή από την οποία το ποιητικό συμβάν αναδύεται ως κοινωνία λέξεων, ως παρανάγνωση επιθέτων, ως επιστράτευση απαρεμφάτων, με λίγα λόγια ως επιστροφή στην τελετουργία του ποιητικού συμβάντος. Ο Martin Heidgger βεβαιώνει ότι όσο πιο ποιητικό είναι το έργο ενός ποιητή, τόσο πιο ελεύθερο είναι το λέγειν του, δηλαδή πιο ανοιχτό και πιο έτοιμο να δεχθεί το απρόβλεπτο. Για τις ποιήσεις του Ρούβαλη, για τις ποιητικές του προσβλέψεις και για την ποιητικότητα των ενορατικών του αλληλουχιών, μπορεί πράγματι να βεβαιωθεί το ελεύθερο ποιητικό λέγειν και επιπλέον μια ετοιμότητα διαρκώς παρούσα, να δεχθούν οι λέξεις, τα επίθετα και τα απαρέμφατα το απρόβλεπτο των συνηχήσεών τους, όταν συγκροτούνται σε ποιητικά σχήματα, σε χορδοτονίες και σε σχεδόν μόλις ακουστές συναρμόσεις.

Αναζητούσα λέξεις για τον αβέβαιο κύκλο

Έτσι περίπου ξεκινά η ποιητική περιπέτεια του Ρούβαλη, για να συνεχίσει τολμηρά μέσα στην κατάφαση μιας αλήθειας, την οποία υποδεικνύουν τα απαρέμφατα: το ποιείν του κόσμου, το λαμβάνειν, το δεδοικέναι. Ωστόσο το ίδιο το ποιητικό συμβάν, που αναδύεται μέσα από αυτόν τον αβέβαιο κύκλο της επιστροφής στην ελευθερία του ποιητικώς λέγειν, υποφέρει πάντα από τη σιωπή που οι λέξεις προϋποθέτουν για να γίνουν λέξεις των ποιήσεων, και αντίστροφα οι ποιήσεις να ενοικήσουν τις λέξεις, όχι ως εικόνες και μορφές, αλλά ως ορμή και πάθος που ομολογούν το, και συστοιχούν με, το ποιητικό συμβάν. Τότε, πράγματι, το ποιητικώς λέγειν εμπλέκεται αναπόφευκτα με το ανείπωτο. Και μολονότι το ποίημα αγωνιακά δηλώνει:

Τώρα πεθαίνει το ανείπωτο.
Είναι το κάλλος, η κατάφαση προς τ’ ανθρώπινα·
είναι δέος και πειρασμός.


Εντούτοις, το ανείπωτο καραδοκεί μέσα στην περιπέτεια του ποιητικού συμβάντος, όπως το αφηγούνται οι Λεύγες του Ρούβαλη. Άλλωστε, ανάμεσα στις λέξεις, στα επίθετα και στα απαρέμφατα, οι σιωπές, που το ανείπωτο επιβάλλει με τη μοιραία παρουσία και εγκατάστασή του στο κέντρο του ποιητικώς λέγειν τον κόσμο, παράγουν μιαν ηχητικότητα, χωρίς την οποία το ποιητικό συμβάν θα βυθιζόταν μέσα στον εαυτό του, και έτσι δεν θα ήταν δυνατόν να φανερωθεί, διαρρηγνύοντας τους περιορισμούς της γλώσσας. Όπως μας έχει ειδοποιήσει ο George Steiner, αναφερόμενος σε μια τέτοια ήχηση της σιωπής πίσω από τις λέξεις: ο ποιητής καταφεύγει στη σιγή. Και εκεί τότε η ανοδική κίνηση, η λεκτικοποίηση του μέχρι τώρα μη μεταδόσιμου πραγματοποιείται μέσα από κάποιο θαύμα απλότητας, με μια παρομοίωση... Μπορούμε, λοιπόν, να εναισθανθούμε τον θάνατο του ανείπωτου ως την αναγκαία συνθήκη να παραχθεί το ποιητικό συμβάν, ακριβώς μέσα από τη σιωπή και προς χάριν της σιωπής:

Δεν ξεστομίζω τη λέξη αφήνω το ερώτημα,
τα ίχνη σε λάθος πορεία.
Φθείρομαι. Μου απαλείφεται ο δισταγμός.


Αυτοί οι στίχοι δεν μπορούν να διαβασθούν παρά μόνο με την προϋπόθεση τις σιγής του ανείπωτου και της λεκτικοποίησης του μη μεταδόσιμου. Αλλά η λεκτικοποίηση του μη μεταδόσιμου δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί χωρίς τη σκιά του αθέατου και χωρίς την παρέμβαση της χάριτος που φανερώνεται εξαίφνης μέσα σε μια στιγμή, ως ένα στιγμιαίο κάτι, ακαθόριστο και όμως καθοριστικό για την ανάδυση του ποιητικού συμβάντος:

Στα θεμέλια του εαυτού η άκρη·
το αθέατο σύνορο της χάριτος, το στιγμιαίο τι.


Η ποιητική του Ρούβαλη, στο μεταίχμιο του υψηλού ύφους και της σιγής του ανείπωτου, συγκροτείται ως μια επίμονη απαίτηση του ιδεώδους, όταν το ιδεώδες εντυλίγει ασφυκτικά τις λέξεις γύρω από το μη δυνάμενο να λεχθεί, και έτσι καταγράφει το ποιητικό συμβάν ως μια σειρά αντεκδικήσεων, ανάμεσα στο ελεύθερο ποιητικώς λέγειν και στην καταβύθιση στη σιωπή. Γι’ αυτό, άλλωστε, βεβαιώνει το αθέατο σύνορο της χάριτος ως στιγμιαίο κάτι, εξαιτίας του οποίου αναδύεται η ανάγκη της ποιητικής ως φανέρωσης ενός άλλου κόσμου, ο οποίος, αν και λεκτικοποιημένος, χρωστά την ύπαρξή του στο άλεκτο και στην αλαλία:

Από τη θεϊκή φράση έως του ποιητή την αλαλία,
ο Λαβύρινθος είν’ αναπόληση,
καθυστερεί την έξοδο στον ουρανό.


Η σιωπή που ψάχνει τη δύναμή της τη βρίσκει πιο πολύ από παντού στη λογοτεχνία, έγραφε ο Μάριος Μαρκίδης. Στις ποιήσεις του Ρούβαλη, αυτή η διατύπωση πιστεύω ότι βρίσκει την πλήρη επαλήθευσή της και συγχρόνως την τραγικότητά της: μια συνωμοσία της ποίησης με τη μουσική, τις χρωματικές κλίμακες του άλεκτου και τη νοσταλγία μιας άλλης γλώσσας, ενός άλλου πρωτογενούς ηχητικού  κώδικα:

Μέσα από τη λήθη εμφανίζεται.
Με αβρότητα αναπηδάει το αυτό δίχως όνομα.
Τ’ απρόβλεπτο σκίρτημα ταράζει την ευταξία.
Κάθε κίνηση, το βλέμμα ή τ’ άκουσμα
περιέχουν την έκρηξη, μιαν αρχή του λόγου,
την καθέλκυση σε ωκεανό.


Να τραγουδάς αληθινά είναι μια αλλιώτικη πνοή/ Μια πνοή στο τίποτα. Θεού ανάσα. Αύρα. Δανείζομαι αυτούς τους στίχους του Ρίλκε ως κατακλείδα στις σημειώσεις μου στο περιθώριο των ποιήσεων του Ρούβαλη. Και επιπλέον, ως ενίσχυση του επιχειρήματος ότι η γλώσσα της ποίησης διασώζει τη γλώσσα επειδή είναι μια οδυνηρή αναζήτηση του κενού της σιωπής, μια πνοή του τίποτα, που σημαίνει μια θεϊκή ανάσα. Οι στίχοι του Βασίλη Ρούβαλη με βεβαιώνουν: 

Επανέρχονται πριν το κενό.



Δημοσίευση στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής (5/2/2017). Παραπομπή εδώ 
 

web site by WeC.O.M.
©