«Λεύγες»: Η επίμονη γοητεία της «καθαρής ποίησης»


Του Κώστα Βούλγαρη

Βασίλης Ρούβαλης, Λεύγες, (.poema..) εκδόσεις, 2016

Από την πρώτη εμφάνισή του, καθώς και με όλες τις μέχρι τώρα ποιητικές του συλλογές, ο Βασίλης Ρούβαλης μας έχει ειδοποιήσει, και προσωπικά εμένα με έχει πείσει, ότι έχει έναν δικό του ποιητικό δρόμο και τρόπο, τον οποίο επιχειρεί, συστηματικά και αθόρυβα, να τον οργανώσει σε ποιητική.
Η κάθε προσωπική ποιητική οργανώνεται με αιχμή, με βασικό έρεισμα ή χαρακτηριστικό, ή όπως αλλιώς και να το ονομάσουμε, ένα στοιχείο του λόγου: άλλος προτιμά τη γλώσσα, άλλος τον ρυθμό, άλλος την εικονοποιία, κλπ. Με προεξάρχον αυτό το στοιχείο οικοδομεί την ποιητική του. Ο Ρούβαλης επιλέγει τον λυρισμό.

Ποιον λυρισμό, όμως; Τον λυρισμό της γλώσσας; Τον λυρισμό της εικόνας; Τον λυρισμό του συνειρμού; Τον λυρισμό της ιστορίας; Μήπως τον λυρισμό του προσωπικού στιγμιοτύπου, που τόσο διαδεδομένος υπήρξε τις προηγούμενες δεκαετίες, αφήνοντάς μας ένα απέραντο πεδίο σπαραγμάτων, χωρίς καμιά αξίωση ποιητικής;

Κι εδώ ερχόμαστε σε ένα δεύτερο χαρακτηριστικό του ποιητικού τρόπου του Ρούβαλη. Κι αυτό είναι η σύνθεση. Είναι η συνθετική αγωνία, που αφορά όλα τα ποιητικά του κείμενα.

Γιατί στο γόνιμο, και επαρκώς καλλιεργημένο από τον ίδιο, έδαφος του λυρισμού, ο Ρούβαλης επιχειρεί να συνθέσει μια μορφή κι ένα περιεχόμενο.
Ποια μορφή, όμως; Ο Ρούβαλης αποφεύγει την τόσο συχνή τελευταία, και τόσο απερίσκεπτη, εν τέλει ανώδυνη, όπως εφαρμόζεται, προσφυγή στην παραδοσιακή στιχοποιία. Η ποίησή του αποτυπώνεται σε ελεύθερο στίχο, με πολύ ήπια, σχεδόν ανεπαίσθητη, ρυθμική στιχοποιητική αγωγή. Γιατί, όπως γίνεται πάντα, η λυρική παράδοση, όπως και εν γένει η ποιητικότητα, αναβλύζει από τον λόγο, όχι από τη στιχοποιητική μορφή. Για παράδειγμα, κάτω από τον δηλωτικό, πρώτο στίχο, που ως αναβαθμίδα ενέχει θέση τίτλου του ποιήματος, «Τον κόσμο με τέτοια εικόνα θέλησα», ακολουθούν οι στίχοι:

Τη μοίρα να υπερβαίνει με κάθετες ηλιακές γραμμές.
Κι αυτά τα φώτα κραταιά,
για παιάνες και φωνές. Καταφθάνουν.

Τον κόσμο, λοιπόν, ο ποιητής με τέτοια εικόνα τον θέλησε, ανασύροντας, διά της θελήσεως, την εικόνα, αν θέλετε την περσόνα, του ποιητή που ορίζει τον κόσμο, ορίζοντας τον λόγο. Ο επόμενος στίχος, «Τη μοίρα να υπερβαίνει με κάθετες ηλιακές γραμμές», ενεργοποιεί υπαινικτικά την αχλύ της «ηλιακής μεταφυσικής» του Ελύτη, ταυτόχρονα όμως και την εικόνα του Σολωμικού ιδανισμού, και, επιπροσθέτως, την καρυωτακική αποδόμησή του («όνειρο ανάγλυφο, θα ’ρθω κοντά σου, κατακορύφως»). Αλλά δεν σταματά εκεί. Ο Ρούβαλης επισφραγίζει αυτή την αποδόμηση, μέσα από τη λέξη/έννοια «μοίρα», η οποία υπερβαίνει, «με κάθετες ηλιακές γραμμές», τη σουρρεαλιστική και τη ρομαντική μεταφυσική, φωτίζοντας εν τέλει καρυωτακικά και τη «θέληση» του τίτλου, που μάλλον πρόκειται για την προσωπική βίωση εκείνου, όπως μας την κατέθεσε εμβληματικά ως μότο ενός ποιήματός του («Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους»), με την ποιητική του «διάθεση» κυρίαρχη («Είναι κάποιοι άνθρωποι που την κακή ώρα την έχουν μέσα τους»), να συμπυκνώνεται εδώ από τη «μοίρα» του Ρούβαλη.

Αλλά οι δύο επόμενοι στίχοι που παρέθεσα, ανοίγουν και άλλο το πεδίο· τα «κραταιά φώτα», οι παιάνες, οι φωνές, μας πάνε από τον Σικελιανό στους Βενετσάνους και στην κρητική παράδοση, μας πάνε στο επτανησιακό χωνευτήρι, σε πολιτισμικές ποιότητες που δεν αναπαύονται ως παρελθόντα, συντελεσμένα και νεκρά, αλλά εισβάλλουν στο παρόν, ανασύρονται στο παρόν από τον Ρούβαλη, που, σχεδόν απειλητικά, μας ειδοποιεί: «Καταφθάνουν».
Μετά από αυτούς τους τρεις στίχους, ακολουθεί, απνευστί, ένας άλλος στίχος, που ανοίγει τελείως το πεδίο, τώρα στον χρόνο, στην ιστορία, στην ιστορία των ιδεών:

Από τη θεϊκή φράση έως του ποιητή την αλαλία

Εδώ, αποτυπώνεται όλο το ποιητικό άνυσμα του Βύρωνα Λεοντάρη, γειώνοντάς μας στο παρόν. (Μια συμπύκνωση που εκθέτει, ανεπανόρθωτα, όλες τις αδόκιμες και άκαρπες προσπάθειες των τελευταίων ετών, εκ μέρους συνομηλίκων του Ρούβαλη, ή και ακόμη νεώτερων ποιητών, να «αξιοποιήσουν» ποιητικά τον Λεοντάρη).

Νομίζω πως δεν χρειάζεται να αναφερθώ στους υπόλοιπους 40 στίχους αυτού του ποιήματος· οφείλω όμως να συνοψίσω το επιχείρημά μου επί της μορφής: κατά τη γνώμη μου, έχουμε να κάνουμε με μια απέραντη λυρική διακειμενικότητα, που όμως τα στοιχεία της δεν αποθέτονται μακαρίως, ώστε να υποδυθούν την «αναφορά», αλλά επιδιώκεται να αναχθούν σε ποιητικές ποιότητες, να αποτελέσουν στοιχεία μιας νέας σύνθεσης, μέσα από την υπαινικτική επισήμανση της διαχρονίας, της ακολουθίας του λυρισμού, ενεργοποιώντας τα βασικά ερείσματα της ανθρώπινης βίωσης.
Ας έρθουμε τώρα στο «περιεχόμενο», όπως αυτό συντίθεται από τις λυρικές ψηφίδες της μορφής.

Υπάρχει όμως κάποιο άλλο «περιεχόμενο», εκτός από τις λυρικές ψηφίδες της μορφής; Και, επιπλέον, το συνθετικό εγχείρημα του Ρούβαλη, και κάθε ποιητή, ή καλλιτέχνη εν γένει, θα πρέπει να το αναγάγουμε σε κάποιο «περιεχόμενο», ώστε να αποκτήσει υπόσταση;

Αν όμως –αν– ταυτίσουμε το επιζητούμενο «περιεχόμενο» με την ήδη κατατεθειμένη «μορφή»; Μήπως έτσι αδικούμε κάθε ποιητικό εγχείρημα, άρα και αυτό του Ρούβαλη; Μήπως, εμμέσως, το χαρακτηρίζουμε ως μανιερισμό; Ή, έστω, ως ντροπαλό φορμαλισμό;

Αυτός ο αφόρητος δυϊσμός, μορφής και περιεχομένου, έχει προ πολλού πάψει να ισχύει ως κριτικό επιχείρημα, και πια χρησιμοποιείται μόνο ως άλλοθι, ώστε να παρακάμπτεται η αδυναμία της μορφής να περιέχει ένα περιεχόμενο, ενώ ταυτόχρονα αποκρύπτει την πολλαπλότητα των συνάψεων. Γιατί η μορφή είναι το περιεχόμενο ενός ποιήματος – αλλιώς δεν θα επρόκειτο περί ποιήματος, αλλά περί πεζού ή καλαματιανού ή, έστω, για να αναφερθούμε στον συρμό της εποχής, περί επιτελεστικής φανφάρας. Και χρησιμοποιώ τη λέξη φανφάρα, για να διαχωρίσω αυτές τις πρακτικές από το αποδομητικό καρναβαλικό στοιχείο.

Με αυτή την έννοια, το μόνο που θα είχε νόημα, ως περαιτέρω περιγραφή του βιβλίου, είναι ο εντοπισμός εκείνων των κατηγοριών που ενσωματώνει η μορφή, ώστε να πραγματωθεί ως λυρική σύνθεση, καταθέτοντας ως πρόταγμα τη συνθετική αγωνία της, με τις πελώριες συνδηλώσεις και τη λυρική της παιδεία. Ή, μάλλον, το μόνο που θα είχε νόημα είναι ο εντοπισμός εκείνων των κατηγοριών, που στη δίνη τους εκτίθεται η μορφή, ώστε να διαυγαστεί σε ποίημα, αλλά και να κατακτήσει τον εαυτό της ως σύνθεση.

Ας αναφέρω μερικές από αυτές τις κατηγορίες: η ιστορία της ποίησης, ιδιαίτερα της λυρικής ποίησης. Η εν γένει ιστορία, όπως αποτυπώνεται μέσα στη λυρική ποίηση. Η ιστορία των εννοιών, όπως αυτές διαυγάζονται μέσα από τον λυρισμό του ποιητικού λόγου.

Μήπως αρκούν αυτά τα παραδείγματα, αντλημένα από μία μόνο περιοχή; Κατά τη γνώμη μου, αρκούν, για να πούμε ότι πρόκειται για ένα σημαντικό ποιητικό βιβλίο.

Τι θα είχαμε να πούμε όμως για την προσωπική ποιητική του Ρούβαλη; Την έχει κατακτήσει; Ή, έστω, σε ποιο σημείο του δρόμου βρίσκεται; Από την πρώτη ποιητική εμφάνισή του, μέχρι και σήμερα, είναι φανερό ότι σύντροφος και συνομιλητής στην πορεία του υπήρξε ο Γιώργος Σαραντάρης, «ο λυρικός εκφραστής του ελεύθερου στίχου», όπως τον έχει χαρακτηρίσει ο ίδιος ο Ρούβαλης, και οδόσημά της πορείας του οι ποιητικές πρακτικές της καθαρής ποίησης. Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, ο Ρούβαλης πρέπει να κρατήσει την ήδη διανυσμένη διαδρομή του, χωρίς καμιά ενοχή, αλλά και χωρίς επανάπαυση, όμως είναι καιρός να κάνει το επόμενο βήμα, που θέλω να πιστεύω ότι συστηματικά το προετοιμάζει και το οργανώνει. Ποιο είναι αυτό το βήμα; Είναι η υπέρβαση του συντεταγμένου ορίζοντα της καθαρής ποίησης, ήτοι η υπέρβαση της δημιουργικής αυταπάτης της, ότι μπορεί να κλείσει τον κόσμο και τη μουσικότητά του μέσα σε μια ομοιογενή μορφή. Είναι ένα διαρκές δίλημμα για τους σύγχρονους ποιητές μας, και εννοώ τους ελάχιστους εγγράμματους και καλλιεργημένους, όπως π.χ. ο παλαιότερος Θανάσης Χατζόπουλος, που παραμένει θα έλεγα καθηλωμένος στη συνθήκη αυτού του διλήμματος, ή ο νεώτερος Αλέξανδρος Μηλιάς, που με τη δεύτερη μόλις συλλογή του κλείστηκε, απελπιστικά/απελπισμένα, στην ασφάλεια της καθαρής ποίησης, έστω και αν μας δίνει εξαιρετικά ποιήματα.

Ως σύγχρονος ποιητής, ο Ρούβαλης έχει να αναμετρηθεί όχι μόνο με την ανομοιογένεια, αλλά και με την αυτονομία και την πολυφωνία των παντοειδών υλικών του. Μόνο ένα από αυτά, άλλωστε, είναι η ίδια η καθαρή ποίηση, ως μια ποιητική στιγμή, ως μία από τις στάσεις του ποιητή απέναντι στην ποίηση. Δεν πρόκειται για έναν σύγχρονο ποιητικό τρόπο, συμβατό με το κοσμοείδωλο του ιστορικού παρόντος, ούτε, πλέον, για μια ποιητική ταυτότητα ανυπέρβλητη μέσα στον αισθητικό ορίζοντα της εποχής, ακόμα και για όσους ωρίμασαν μέσα στο σκληρό πυρήνα της, όπως άλλωστε μας έδειξε η πάντα δημιουργικά ανήσυχη Ρούλα Αλαβέρα, με την εξαιρετική της σύνθεση Me(ca)no και η Εκάτη. Η κόπωση του μοντερνισμού, και η συντεταγμένη υπέρβασή του, μέσα από τον ανάπλου της διαδρομής του, είναι απολύτως δυνατή, χωρίς να χρειαστεί να ενδώσει κανείς στον αμήχανο συρμό της εποχής, που όλα τα σφάζει (και όλα τα συντηρεί – βέβαια...) ή στη διαχρονική γοητεία της καθαρής ποίησης, που πια συνιστά μια στάση αναχωρητική. Το αισθητικό ζητούμενο σήμερα είναι ο ποιητικός αναστοχασμός, η αναποιητικότητα, όπως π.χ. την πραγματώνει, κατά τη γνώμη μου εντυπωσιακά, η νεώτερη ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου, έστω και αν, προσώρας, κινείται σε μικρότερο άνυσμα ερεισμάτων, απ’ ό,τι ο Ρούβαλης ή άλλοι ποιητές.

Ο αισθητισμός δεν ταυτίζεται με την καθαρή ποίηση, έστω κι αν αυτή, μέσα στα χρόνια, διεκδικεί τη μονοπώλησή του. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο αισθητισμός ήταν μια ανοιχτά επαναστατική στάση, απέναντι στον παγιωμένο συμβολισμό και τον απλουστευτικό κοινωνισμό, και επιπλέον, στα καθ’ ημάς, στον κυρίαρχο εθνοπαλαμισμό, διεκδικώντας την αυτονομία και κυρίως την ανοικειότητα του έργου τέχνης. Και τη διεκδικούσε ακόμα και διά της θεματικής, όπως π.χ. ο πεζογράφος Λαπαθιώτης ή ο Καβάφης, και βέβαια ο Βάρναλης, ο οποίος, όπως και ο Καβάφης, προσέθεσε στο λογαριασμό ένα ανοίκειο γλωσσικό ιδίωμα. Το ίδιο άλλωστε δεν κάνει σήμερα και ο πεζογράφος Τόμας Πίντσον;

Και, τέλος, ας μου επιτραπεί μία ακόμη παρατήρηση, θα έλεγα οργισμένη. Τι άλλο είναι η ποίηση του Σολωμού, πάρεξ ανομοιογένεια και ανοικείωση; Τι άλλο είναι η ποίηση του Εγγονόπουλου; Για αυτό τον λόγο, άλλωστε, και οι δυο τους παραμένουν ενεργοί ποιητές, και όχι κάδρα στο εθνικό ή στο φαντασιακό ή στο φιλολογικό εικονοστάσι. (Αν βέβαια τούτη εδώ η σκέψη αυτόχρημα υποβαθμίζει το έργο μιας ατέλειωτης σειράς καλών, αλλά όχι μεγάλων ποιητών, και επισημαίνει τον συντηρητικό μοντερνισμό εκείνων με τους οποίους, ιδεολογικά και αισθητικά, η ελληνική κοινωνία πορεύεται στον βίο της, ας φρόντιζαν!).

Δεν ξέρω πόσο σαφής είναι ο ειρμός των σκέψεών μου, αλλά αυτό που προσπαθώ να πω, είναι ότι η συνθετική αγωνία του Ρούβαλη, ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιεί ο ίδιος, προσκρούει στην απώθηση του αιτήματος μιας σύγχρονης μορφής. Δηλαδή, κατά συνέπεια, στην παραδοχή της προϊούσας έκπτωσης της μορφής της καθαρής ποίησης. Μια απώθηση όχι ανυποψίαστη, αλλά αγωνιώδης, όπως μας δείχνουν κάποια κρίσιμα κείμενα του Ρούβαλη, π.χ. εκείνο για τον Ηλία Λάγιο.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Θα ήταν γελοία η οποιαδήποτε απόπειρα «ερμηνείας» μιας ποιητικής στάσης, με όρους π.χ. ψυχολογικούς, όμως δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η σχέση του Ρούβαλη με την ποίηση είναι διττή, αφού εκτός από ποιητής είναι και φιλόλογος, πολύ καλός φιλόλογος. Μήπως, λοιπόν, εδώ βρίσκεται η ρίζα του «προβλήματος», όποια ονομασία και να του προσδώσουμε, σε όποια περιγραφή και να προσφύγουμε; Δεν ξέρω. Γνωρίζουμε, πάντως, ότι κανένας σημαντικός νεοέλληνας ποιητής δεν ήταν φιλόλογος. Παρ’ ότι, βέβαια, πλείστοι όσοι φιλόλογοι, σχεδόν όλοι, έχουν γράψει ποιήματα, μερικοί μάλιστα και πολύ καλά ποιήματα, και μόνο ένας απ’ αυτούς λίγα μεν αλλά εξαιρετικά, δηλαδή ο Γιάννης Γρυπάρης [όπως μου επεσήμανε, στη δημόσια εκφώνηση αυτού του κειμένου, ο φιλόλογος-ποιητής Γιώργος Βαρθαλίτης...].

Ο καθείς, λοιπόν, επιλέγει τη στάση του, και τη σχέση του με την ποίηση. Πάντως, ο Ρούβαλης είναι ένας από τους ελάχιστους νεώτερους ποιητές μας, που έχει πάρει στα σοβαρά την τέχνη του. Θα τον προέτρεπα να την πιστέψει κιόλας, ήτοι, μοιραία, να πάψει να σκέφτεται, και να έλκεται απ’ αυτήν, με όρους φιλολογίας. Να αφεθεί στις απαιτήσεις, στη δίνη της ποίησης, η οποία δίνη, όπως ακροθιγώς γνωρίζουμε, κατά πάσα πιθανότητα θα είναι τρομώδης. Γιατί ο ποιητής έχει να αναμετρηθεί με τον ρυθμό του κόσμου, εντός του και εκτός του. Όπως το έχει πει ο ίδιος ο Ρούβαλης, μιλώντας για τον Λάγιο, ο ποιητής έχει να αναμετρηθεί με το εγώ προς τον κόσμο, και προς τούτο εκπονεί ένα εναντιόδρομο σχέδιο. Αν και το σχέδιο κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ολοκληρωθεί, προάγει όμως τη σύνθεση. Το σχέδιο, και η μη ολοκλήρωσή του, είναι η σύνθεση. Ήδη από την εποχή του Σολωμού.

Ο κόσμος είναι ανοιχτός, η τέχνη είναι ανοιχτή, ως διαρκής διερώτηση, ήδη από την εποχή του Σολωμού. Εδώ άλλωστε εδράζεται, και αποτυπώνεται χαρακτηριστικά, η διαφορά της ιστορίας της τέχνης, από την εν γένει ιστοριογραφία. Εδώ εδράζεται η επίμονη γοητεία της τέχνης· αυτό έχει να μας πει, κάθε φορά με διαφορετικούς τρόπους, για τον κόσμο και την εν γένει ιστορία.


Δημοσίευση στην Αυγή της Κυριακής. Παραπομπή εδώ
 
web site by WeC.O.M.
©