(προορισμός)



Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΕΡΝΟΥΣΕ χωρὶς νὰ σκέφτομαι πὼς τὸ ὁδοιπορικὸ σ’ αὐτὴ τὴ διάσπαρτη ἀπὸ κυπαρίσσια περιοχὴ θὰ τελειώσει. Ἀφουγκραζόμουν τοὺς ἤχους τῆς νυχτερινῆς φύσης, τὶς ψυχὲς τῶν παλιῶν κατοίκων, μερικὲς νότες ἀπὸ γρύλους ἢ τὸ τρίξιμο τῶν κορμῶν ποὺ μεγαλώνουν μόνο στὸ σκοτάδι.

Ἤθελα νὰ πιστεύω, στὸ ἀποκαλύπτω τώρα, πὼς δὲν θὰ πάψω ν’ ἀναζητῶ τὴ συγκίνηση σὲ ὅλες τὶς ἐποχές. Κι ἀκόμη, νὰ διαθέτω τὴν ἰκμάδα ἑνὸς μεσόκοπου θεοῦ πού, σίγουρος γιὰ τὸ βλέμμα του, διακρίνει τὸ μίσος ἀπὸ τὴ μακαριότητα.

Τὰ κυπαρίσσια δίπλα στὸ νερὸ εἶναι τὰ ψηλότερα ποὺ ἔχω δεῖ. Δὲν ἀποφάσισα νὰ φύγω. Ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν ἡ ἀρχαία πολιτεία ξεθάφτηκαν χρυσὰ προσωπεῖα· βασιλιάδες, πριγκίπισσες, ἄγνωστες φιγοῦρες. Τὰ φοροῦσαν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ παίζουν κρυφτὸ στοὺς ἀγρούς. Γι’ αὐτὸ μαύριζαν τὰ χείλη τους κι ἔκλαιγαν ἀπὸ τὴν ἀπροκάλυπτη τιμωρία.

Μοῦ ἔλεγαν γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ τὸ δέρμα τους ἀσπρίζει. Δὲν συνάντησα καμία ποὺ νὰ σοῦ μοιάζει. Ὅλες γυμνές, ἐγὼ ἁγνὸς καὶ χαμένος· γευόμουν τὸ αἷμα ποὺ ἔτρεχε ἀπὸ τὰ σκέλη τους. Ποτὲ δὲν ἔνιωσα ἔτσι ἠχηρός, ποτὲ δὲν εἶχα τόσα φιλιά – εἶναι οἱ στίχοι ποὺ δὲν κατάφερα νὰ σοῦ γράψω. Ὑποχωρῶ. Καὶ τὸ ἐννοοῦσα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Τὸ ὁδοιπορικὸ τελείωσε ὁριστικὰ ἐδῶ.

[Δημοσιεύτηκε στο περ. Πλανόδιον, συμμετοχή στ' αφιέρωμα στο μικρό διήγημα (Μια ιστορία Μπονζάι), 8 Ιουλίου 2011. Παραπομπή εδώ]

web site by WeC.O.M.
©