Για τον Αργύρη Χιόνη, στο «Μόνο»



Ο κόσμος των λέξεων είναι δυσυπόστατος. Πολύμορφος και διαπερατός από έννοιες και εικόνες, ψιθυρίσματα και συνδηλώσεις. Ετούτη είναι η βασική συνιστώσα της ποιητικής που επέλεξε να καλλιεργήσει ο Αργύρης Χιόνης από το 1966, οπότε έκανε τα πρώτα βήματά του στη λογοτεχνία, έως τα πρόσφατα γραπτά του. Το σύνθετο σχήμα της ποίησης παραμένει μυστήριο και αναγκαία επιλογή. Ο χάρτης που οδηγεί στο κέντρο της είναι η περιπέτεια που επέλεξε μαζί με μια σειρά από «μικροαντικείμενα», δηλαδή τις ποιητικές αποσκευές του, μερικές αντιλήψεις περί όντος, μια σειρά από αξιοποιήσιμες καθημερινότητες.

Ο ποιητής και πεζογράφος Χιόνης είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας. Η ευγλωττία που ξεδιπλώνεται στους στίχους ή τις σύντομες φράσεις του συνεπάγονται μια σειρά από προσβάσεις στο καλλιτεχνικό του ζητούμενο: ο λόγος ως παραμυθία για την ανθρώπινη ύπαρξη. Σημειώνει με ακρίβεια αυτή την άποψη σ’ ένα μικρό ποίημα: «Η ποίηση ήταν γι’ αυτόν / ό,τι για τον Περσέα ο καθρέφτης / μόνο μέσ’ απ’ αυτήν μπορούσε να κοιτάζει / τη φριχτή πραγματικότητα» (συλλογή Ο,τι περιγράφω με περιγράφει, Γαβριηλίδης 2010). Φροντίζει να διατυμπανίσει τις προθέσεις του αρκετά νωρίς˙ το περιπαιχτικό ύφος εξυπηρετεί σαφείς αυτοειρωνικούς υπαινιγμούς, η παιγνιώδης χρήση λέξεων-σημάνσεων αποσκοπεί στην υπόδειξη της τραγικότητας του είναι, η εικονοποιία είναι ευφάνταστη, ανατρεπτική και σημαίνουσα απέναντι στον ορίζοντα που επιθυμεί ο ποιητής να αντικρίσει άμεσα.

Ο ίδιος απέφευγε τους προοιωνισμούς: τα ποιήματα και τα αφηγήματά του ήταν ασκήσεις αντιμετώπισης της ζωής. Το έλεγε διά ζώσης, το υποσημείωνε –αόρατα αλλά ξεκάθαρα– στον κενό χώρο ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων του. Φοβόταν τον θάνατο καθώς προδίκαζε την υπερίσχυσή του. Επέμενε στη σίγουρη, χαρωπή ματιά προς ό,τι δύσκολο ή ανυπέρβλητο. Υπεδείκνυε την παράφορη αγάπη του στην απλότητα των συστατικών της καθημερινότητας.
 
Ο Αργύρης Χιόνης άργησε να καθιερωθεί˙ αξίζει αυτή η αναφορά όταν γίνεται λόγος για τις προσλαμβάνουσες του λογοτεχνικού κανόνα και τον μηχανισμό εκτίμησης και προβολής όλων εκείνων των έργων που διακρίνονται από συνέπεια, εμβάθυνση, προοπτική. Από τις Απόπειρες φωτός (πριν από 45 χρόνια) έως τα πρόσφατα βιβλία του παρέμεινε ένας συνειδητός «Δον Κιχώτης» του συγγραφικού σιναφιού: παράτησε μια καλά αμειβόμενη δουλειά στο Ευρωκοινοβούλιο, παρέμεινε στη δημιουργική μοναξιά του μετά τη μη φιλολογική «εκχώρησή» του σε κάποια γενιά, επέλεξε την κυριολεκτική αποκέντρωση αποφασίζοντας να ζήσει σ’ ένα χωριό της Κορινθίας, έζησε και επιδόθηκε στη λογοτεχνία ως αυθεντικός ονειροπόλος και παρορμητικός γραφιάς. Δεν είναι τυχαία, ως εκ τούτου, η αποδοχή του από τους νεότερους ποιητές (της λεγόμενης «γενιάς της νέας χιλιετίας») αλλά και η προσδιορισμένη αναγνωστική επιλογή από το βιβλιόφιλο κοινό. Μετά το αδόκητο γεγονός της καρδιακής προσβολής που υπέστη πριν από μερικές εβδομάδες, μέλλει να εκδοθεί εν τη απουσία του το εναπομείναν υλικό. 

Πέρα από τα συνήθη ευχολόγια και τους παρηγορητικούς μαιάνδρους για την προσφορά του Αργύρη Χιόνη στη νεοελληνική λογοτεχνία, οφείλει κανείς ν’ αναγνωρίσει τη σημαντική παρουσία του στα δρώμενα ως ένας μύστης του έντεχνου λόγου αλλά και, το σημαντικότερο, ως ένας ρυθμιστικός παράγοντας για τον προσδιορισμό των συντεταγμένων στην ποίηση και την πεζογραφία που γράφονται εδώ, αυτή τη στιγμή. Λείπει ήδη η σταθερή φωνή του. Αφήνει κενό η κουλτούρα που υποστήριξε: α. καλλιεργώντας την ώριμη απλότητα στην προσέγγιση του αποδέκτη για το κάθε προσφερόμενο έργο, β. προτείνοντας εμμέσως πλην σαφώς την ποιοτική διαβάθμιση στον χώρο της λογοτεχνίας, γ. συνεισφέροντας στη συνειδητοποίηση του ρόλου του συγγραφέα εντός κι εκτός του μικρόκοσμού του σε σχέση με την κοινωνική και πολιτική ευαισθητοποίηση σε μια εποχή ρευστή, άναρχη, απροσδιόριστη στα συστατικά της.

[περ. Μόνο, τ. 01, Φεβρουάριος 2012]

 

web site by WeC.O.M.
©