Διάλεξη για την ποίηση - Βαρσοβία 2009


Eνας δρόμος με ανωφέρειες και κατωφέρειες… 

Uniwersytet Warszawski, Instytut Artes Liberales, 10/10/2009

Είναι αδύνατον να ξεφυλλίσει κανείς μια οποιαδήποτε ποιητική συλλογή χωρίς να διακρίνει τη μικρή σπίθα, την ελάχιστη ενθάρρυνση ν’ ακολουθήσει τη ρότα της ποίησης. Διότι ο ποιητικός λόγος, αυτή η αληθινή πλάνη του νου που αποκαλύπτει την αλήθεια του βλέμματος, παραμένει ακέραιος και τροφοδοτεί την ύπαρξη τόσο του ποιητή όσο και του αποδέκτη της πνευματικής διεργασίας του, δηλαδή του αναγνώστη. 

Η ποίηση υποβάλλει τη σκέψη μας. Οι άνθρωποι του παρόντος έχουν τη μοναδική ευκαιρία να εκτιμήσουν την αξία της, να ξαναβρούν τη δύναμη των λέξεων εμπρός τους, να εκτιμήσουν την παθιασμένη, ανεκπλήρωτη ίσως –και γι’ αυτό γοητευτική- έκφανσή της στη ζωή τους. Από τη μία πλευρά, οι άνθρωποι του πνεύματος αγαπούν την ποίηση διότι, σε πολλές περιστάσεις, τους δίνει το σιγαλό άλλοθι για την απομάκρυνσή τους από την πραγματικότητα, την απτή βεβαίως - ενώ από την άλλη πλευρά οι αποδέκτες της αναζητούν εναγωνίως ένα έρεισμα αλλά και την πράξη για τη δημιουργία καινούργιων πραγμάτων μετατοπίζοντας τα νοήματα και τις εκφράσεις στα στόματα, τις ιδέες, τη φιλοσοφία του υπάρχειν. 

Αυτές οι λίγες σκέψεις, σκόρπιες ίσως κι ενδεικτικές εδώ, μπαίνουν συνεχώς στη μέση της δημιουργικής μου πορείας. Οντας ποιητής της νεότερης ελληνικής γενιάς ποιητών, όντας συνειδητοποιημένος μύστης της ποίησης (χωρίς γλωσσικούς περιορισμούς, συμπεριφοριστικά προσχήματα, θεωρητικές αγκυλώσεις και άλλες φιλολογικές διακυβεύσεις), και όντας αληθινός υποστηρικτής της «ωφέλιμης σιωπής» του ποιητή, εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι μέσα σε συνθήκες απόλυτης απαξίωσης της καλλιτεχνικής δημιουργίας -στο πλαίσιο της συγκαιρινής οικονομικής παγκοσμιοποίησης- ο ποιητικός λόγος συνεχίζεται…
 
Η αισιόδοξη νότα μου προέρχεται από την ίδια την πορεία της ποίησης, η οποία ανανεώνεται και εμπλουτίζεται, αιτείται συγκεκριμένη θέση στο συγχρονικό περιβάλλον της. Ετούτο συμβαίνει σε πολλές χώρες, λιγότερο ή περισσότερο εμφανώς, υπάρχει σε κουβέντες μεταξύ των ποιητών, αποτυπώνεται στους στίχους τους. Δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί, αλίμονο, η διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που βιώνουμε αυτή τη στιγμή, οπότε αναλόγως να πει κάποιος με βεβαιότητα για τις σταθερές της ποίησης, δηλαδή τον βαθμό αξιοποίησης του ποιητικού υλικού στη διαρκή επεξεργασία κι εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης. Και αυτή η αισιόδοξη νότα που έλεγα μόλις πριν από λίγο, ενισχύεται από την πεποίθηση ότι ποτέ άλλοτε όπως τώρα δεν ήταν πιο πλούσια, άμεση και δυναμική η επικοινωνία, η αναζήτηση είτε η απόλαυση της ποίησης που παράγεται σε τόσα διαφορετικά σημεία του ορίζοντα και εν μέσω αντικρουόμενων ιστορικών προφάσεων.
 
Συναισθάνομαι και συνεπικουρώ την επιδίωξη για «έναρξη του παιχνιδιού από την αρχή», που υποστηρίζουν θεωρητικοί, ποιητές, κριτικοί. Είναι μοιραία η συνέχιση της ποίησης σ’ αυτό το κομβικό σημείο: αμηχανία εκδηλωμένη στον απόηχο των δύο μεγάλων πολέμων του 20ού αιώνα, ανασφάλεια εξαιτίας των αδιαφανών πόλων στους οποίους πρέπει να στηριχθεί η ανθρωπότητα, και δη ο πνευματικός κόσμος, αξίωση για «ανθεκτικό έδαφος» ή, αλλιώς, νομιμοποίηση των καλλιτεχνών και των διανοουμένων ώστε να αποκτήσουν έναν διαφορετικό ρόλο στην κοινωνία, την πολιτική, την καθημερινότητα της ζωής.
 
Οι ποιητές ζουν, αναπνέουν, αγαπούν, μισούν, πεθαίνουν –για να αντιγράψω λιγάκι τον Octavio Paz- γνωρίζοντας εξαρχής, καθόλου αποπροσανατολισμένοι, απόλυτα συνειδητοποιημένοι, ότι παραμένουν μόνοι τους στον κύκλο του είναι και του φαίνεσθαι. Εκ γενετής, εκ προοιμίου. Υμνούν την αξία της γλώσσας για να υποστηρίξουν στοργικά την αιωνιότητα της τέχνης τους˙ εάν τους επιτρέπεται, εάν τους αξίζει. Γνωρίζουν επίσης ότι η ποιητική πράξη είναι «…μια πνοή στο τίποτα. Θεού ανάσα. Αύρα», όπως σημειώνει ο Reiner Maria Rilke, όπερ σημαίνει ότι οφείλουν να παίρνουν σοβαρά τη δική τους συνεισφορά στον βαθμό που οι ίδιοι αναγνωρίζουν το προσωπικό τους ελάχιστο στο συνεχώς διαστελλόμενο ποιητικό σύμπαν.
 
Αλλά τώρα, αναρωτιέμαι με αυτή την αφορμή, τι σημαίνει μέγιστο στην ίδια την ύπαρξη του δημιουργού; Οι εν θερμώ αποκρίσεις θα περιέχουν αυτάρεσκη απαρίθμηση δεδομένων και επομένως θα συνηγορήσουν στον αποπροσανατολισμό και την κατάρρευση της μυθολογίας περί ποίησης, ποιητή, ποιήματος. Δεν θα δοθεί ποτέ μια επαρκής απάντηση. Διότι, η εμπλοκή στην «ποιητική βιοτεχνία» συνεπάγεται την προσωπική ευθύνη του καθενός συμμετέχοντος καθώς και τη συνολική τοποθέτησή του με όρους ποιητικής, ήτοι μια σειρά από ιδέες, αυταπάτες, κορυφώσεις και αδιέξοδα, απορρίψεις, λειτουργικές και εκφραστικές επιλογές, πυγμαχικές γροθιές μεταξύ προσώπου και πραγματικότητας. Διότι, επιπλέον, το ποίημα είναι πράξη, ή μάλλον μια αριστοτελική «μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης…»˙ το ποίημα είναι πλάσμα αεικίνητο, επίπλαστη συνθήκη, οριοθετημένη˙ το ποίημα είναι ο μηχανισμός επιβίωσης του μόνιμα αγωνιούντος ποιητή.
 
Μου αρέσει η ιδέα που πρεσβεύει ότι η ποίηση είναι μια θεϊκή απόληξη, ένας μετεωρισμός, μια μεταφυσική βιώση, μια περιπέτεια νοός ή, έστω, πρωτεϊκή πράξη. Καλούνται όλοι όσοι δηλώνουν «φίλοι του ποιητικού λόγου» να διεισδύουν στον κόσμο της, να προσαρμοστούν στις συντεταγμένες της, να πλάσουν τους δικούς τους κανόνες ενώπιοι ενωπίω με τις ασυμβίβαστες αλήθειες της. Η συζήτηση δεν τελειώνει ποτέ, ανατρέπεται, αενάως στοιχειοθετείται, αφού κάθε σκέψη για την ποιητική λειτουργία αποτελεί μιαν άλλη Λερναία Υδρα…
 
Η σύγχρονη ελληνική ποίηση, εάν μου επιτρέπεται η αυτόκλητη παράθεση μερικών απόψεων εν προκειμένω, διέπεται από εμφανείς τομές, εσωτερικές διχοστασίες, μικρές ανεξέλεγκτες εκρήξεις ευφορίας αλλά και μπόλικο δημιουργικό άλγος. Η λεγόμενη «γενιά του ‘30» καθορίζει ακόμη το αισθητικό ισοζύγιο των νεότερων ποιητών μολονότι το ποιητικό πρότυπο, το εγώ και το εμείς, έχει πια περάσει σε διαφορετική τροχιά επηρεαζόμενο από τις συναρθρώσεις και τα ζητούμενα της εποχής. Σήμερα γίνεται λόγος για καλλιτεχνική «επαναμάγευση» της ποίησης, ενίσχυση της ευάλωτης φύσης του ποιητή, ανάσυρση του ποιήματος ως σωτήριου ψελλίσματος στην αλλοπρόσαλλη, ρηγματωμένη και σαφώς μεταβατική ιστορική στιγμή που διανύουμε.

Eάν η «γενιά του ‘70» δεν πείθει τους νεότερους ποιητές ακροβολίζοντας την επιθυμία για επαφή και συνέχεια, η «γενιά του ιδιωτικού οράματος» (ή «γενιά του ‘80») προσπαθεί να διατηρήσει τα ανακλαστικά της. Μαζί με αυτούς και οι νεότεροι (ας την πω «γενιά της νέας χιλιετίας»;), οι οποίοι ορίζουν το δικό τους στίγμα ακριβώς με την άρνησή τους να διαθέτουν κοινό στίγμα. Με άλλα λόγια, εάν η αυτοσυνείδηση που επέβαλαν οι ποιητές της δεκαετίας του 1930 είναι μια προγραμματική θέση, οι σημερινοί ενεργοί ποιητές –και όχι μόνον οι νεότεροι- επιζητούν μια νέα, δική τους τέτοια πρόταση για να μην πάψουν να υπάρχουν… Όλ’ αυτά, βεβαίως, προϋποθέτουν την αποφυγή κάθε μελλοντολογίας ή παρελθοντολογίας, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση, αναστολές, κομπιάσματα, στη διαμόρφωση αυτού που τώρα βρίσκεται σ’ εξέλιξη…

Συμμετοχή στις εκδηλώσεις του ευρωπαϊκού φεστιβάλ Wierszewmetrze. Παραπομπή εδώ

 

 

web site by WeC.O.M.
©